Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Σιωπή κρυστάλλινη

Νύχτα .
Σιωπή κρυστάλλινη.
Πάνω στις στέγες ύφαινε τα αργυρά της νήματα η σελήνη.
Στο πέρασμά σου το θρόϊσμα των άστρων.
Όλος ο κόσμος ένα βιβλίο γεμάτο φώτα κι όνειρα .
Ένα βιβλίο, που όλο θέλαμε, αλλά διστάζαμε να ξεφυλλίσουμε,
γιατί φοβόμασταν το τέλος.
Και οι προσδοκίες, οι ματαιώσεις, τα ερωτήματα, που δεν απαντήθηκαν,
όλα κλεισμένα εκεί.
Μαζί κι εκείνα τα μικρά άψυχα πράγματα,
που μας συντρόφευαν μιλώντας μας για την ομορφιά με την άγνωστη και διάφανη ψυχή τους.

Δεν χάθηκες.
Μόνο ένα θρόϊσμα, καθώς ο Θεός αφήνει ένα άστρο.
Έρχεσαι δίπλα μου.
Ανοίγεις εκείνο το βιβλίο.
Το χέρι σου χαϊδεύει τα γράμματα.
Έχει φεγγάρι απόψε, δεν το αισθάνεσαι ;
Στις σελίδες τρεμίζουν οι ανταύγειες του λευκού και του γαλάζιου.
Τολμάμε να διαβάσουμε.
Στον επίλογο ένα κρυμμένο όνειρο.
Εκεί κλεισμένη όλη η ζωή μας.
Όλα εκεί,
στο τέλος, εκεί που σμίλεψε το φως σε λόγο την κρυστάλλινη σιωπή μας.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Η θάλασσα


Νύχτωσε.
Στον ουρανό ο αποχαιρετισμός της μέρας.
Στο βάθος του ορίζοντα τα σύννεφα στάζουν πορφύρα.
Το ημίφως, κρουστό, χαϊδεύει τους ώμους σου.
Κι εσύ δίπλα μου, να περιμένεις να ζήσεις το αιώνιο σε μία στιγμή ρόδινη
με μία θάλασσα στο βλέμμα.

Θάλασσα απέραντη, που χρύσισες μέσα μου,
ήρθε η ώρα να ανάψεις τα φώτα σου,
να διώξεις τους ίσκιους. 
Δεν έχει σημασία τίποτα άλλο απόψε,
μόνο αυτό το φεγγάρι το κόκκινο, που έχει το χρώμα της πληγής μας.

Όλη η ζωή μας ένα φως μακρινό στο σύθαμπο,
κι οι μέρες που ζήσαμε μέσα στο όνειρο,
αυτές που δακρύσαμε, αυτές που αγαπήσαμε,
πλοία κατάφωτα, που διασχίζουν τον χρόνο.
Μπορεί να γνωρίσαμε τον πόνο σε όλο το βάθος του,
δεν σταματήσαμε όμως ποτέ το ταξίδι.
Σε κάθε σταθμό αναζητούσαμε μία κρυμμένη ομορφιά.
Έτσι απ΄το παράθυρο βλέπαμε τις νύχτες, σαν τα παιδιά,
κυκλάμινα λευκά να ανθίζουν πλάϊ στις πέτρες.
Και κάθε φορά που δάκρυζε η ψυχή,
απελευθερωνόταν, γιατί είχε το χρέος της τελικά εξοφλήσει.

Σφίξε μου το χέρι και μην απελπίζεσαι.
Όλα είναι εδώ,
το φεγγάρι, το θαύμα, η πληγή, η αγάπη.
Τα σύννεφα στάζουν απόψε φως κι αθωότητα.
Και η θάλασσα ...
Η θάλασσα αγάπη μου, είναι χρυσή κι απέραντη
κι εμείς έχουμε ακόμα μεγάλο ταξίδι.


Η βροχή

Κάπου βαθιά ένας ήχος.
Κι εσύ να έρχεσαι από μακριά σαν θρόϊσμα
συντροφιά με του χρόνου το πάλλευκο πτέρωμα.
Κι όπως μου άρεσε πάντα να διαβάζω της μορφής σου το καθρέφτισμα στα βραδινά νερά,
αισθανόμουν.
Αισθανόμουν πόσο απαλά, απρόσμενα η ζωή ξεδίπλωνε τον δικό της μίτο.
Η μοναξιά είχε γράψει πάλι την ιστορία της στης ύπαρξής μας τα πέταλα.
Κι εμείς πονούσαμε.
Μα πάντα αισθανόμασταν,
μόνοι καθώς περπατούσαμε σε μία βαθυγάλαζη νύχτα.

Πολλές φορές βλέπαμε λάμψεις πίσω απ΄τα σύννεφα.
Στου μυαλού τα κλαδιά συνάζονταν τα πουλιά να προλάβουν την καταιγίδα.
Κι όταν ξεσπούσε η βροχή,
τα μάτια τα πήλινα έβλεπαν μέσα από διάφανα κρύσταλλα.

Τώρα τίποτα άλλο.
Μόνο εμείς μέσα σ΄αυτό το βαθυγάλαζο βράδυ.
Δεν υπάρχει γιατί, οι ψυχές την ουσία έχουν πια καταλάβει.
Μόνο η βροχή κι εμείς να αγγιζόμαστε,
σ΄ένα βαθύ συναίσθημα την ομορφιά του κόσμου να έχουμε μεταλάβει.  

Η ασημένια σου θάλασσα

Ήταν κάποιες φορές που ταξίδευα στην ασημένια σου θάλασσα.
Τότε η ψυχή μου εγκατέλειπε άμυνες,
άνοιγε απρόσμενα διάφανο ρόδο, κάτω από ένα φεγγάρι βαθύφωτο.
Του λογισμού σου ο χυμός διέτρεχε όλη την ρίζα μου.
Κι ήταν της αγάπης το φως άστρο κεντημένο πάνω στο στήθος σου.

Το ξέρω πως χωρίς θυσία δεν υπάρχει παράδεισος.
Γι΄αυτό φρόντισα να γίνω για σένα το βαθυπράσινο φύλλωμα,
που θροίζει στο γέλιο σου,
να γίνω η σιωπή σου η κρυστάλλινη,
τα πρωϊνά να ακούς πως ανατέλλει ο ήλιος.

Μία χάρη μικρή θα ήθελα μόνο να σου ζητήσω.
Κάθε φορά που μ΄αγγίζει η φωτιά σου,
να μην ξεχνάς να φυτεύεις στον κήπο μου στίχους.
Κάθε φορά που ταξιδεύω στην ασημένια σου θάλασσα,
να μην λογίζω τον θάνατο.

Απόψε όλα ανασαίνουν την αγάπη σου


Απόψε όλα ανασαίνουν την αγάπη σου.
Το φως κι ο αέρας.
Τα χέρια σου μετάξι και μνήμη.
Ακόμα κι όταν της θλίψης το χιόνι σκέπαζε τον ανθισμένο σου κήπο,
έμενα πάντα το μαβί σου κυκλάμινο,
να τρυφερεύω αθόρυβα πλάϊ στην καρδιά σου.
Κι ίσως, αν δεν σου έγραφα απόψε,
ίσως να μην ξεχυνόταν απ΄το χαρτί μου αυτό το ποτάμι το ασύνορο
να σ΄αγκαλιάσει, όπως ποτέ δεν σ΄αγκάλιασαν.

Μην απορείς.
Τις νύχτες οι λέξεις μένουν στον ουρανό,
πορφυρές φωταψίες, βελούδινες,
να ιριδίζουν αισθήματα.
Και είναι τα χάδια τους άϋλα, διάφανα, σαν των πουλιών το φτερούγισμα.

Τώρα που ο Θεός ανάβει στον κόσμο τα αστέρια,
θα μείνω δίπλα σου.
Θα προσπαθήσω για χάρη σου να ξεγελάσω τον θάνατο.
Μ΄ένα ποίημα να σε αγγίξω, όπως ποτέ δεν σε άγγιξαν.
Τα βράδια τα χέρια μου μέσα στα χέρια σου,
ατλάζι, αγάπη και λήθη.

Συγχώρεση

Τι κι αν ο κόσμος δεν κατάλαβε τις προθέσεις μου,
εγώ μετάνιωσα για όλα.
Το ένιωθα, όταν τα βράδια  αχτίδιζαν συγχώρεση τα αστέρια.
Χαμένη μες στων ευκαλύπτων τους βαθυπράσινους ίσκιους
έψαχνα να βρω την σελήνη, που ήξερε κάθε φορά να μου στεγνώνει τα δάκρυα.
Είχα κι εκείνη την ασίγαστη φλόγα να βλέπω το αιώνιο μέσα στο φθαρτό.
Ξημέρωσε.
Ένα σπουργίτι στάθηκε στο κάγκελο να ορθρίσει την αγάπη.
Σήμερα πρέπει να προσπαθήσω  να είμαι συνεπής στην ομορφιά.
Το βλέμμα μου πέφτει πάνω στις χρυσές ανταύγειες που διαγράφει το φως πάνω στο βάζο.
Εκείνες τις ανεμώνες που μου χάρισες,
μου μιλούσαν τόση ώρα με την σιωπή τους.

Βρέχει, τ΄ακούς ;
Ίσως είναι η ώρα να κλείσουμε το τζάμι.
Τα σύνορα του κόσμου είναι δύσκολο πια να τα βρούμε.
Μπορούμε όμως ακόμη να ταξιδεύουμε, σαν τις σταγόνες της βροχής πάνω στα φύλλα,
να αγαπάμε σαν τα αθώα παιδιά, που όλο κοιτούν τον ουρανό.

Μην μου θυμώνεις.
Συγχώρεσέ με, που σου μιλώ, σα να είσαι δίπλα μου ακόμη.
Η απουσία σου είναι σταυρός βαρύς κι ένα ποτήρι, που δεν θα΄θελα να πιω.
Πότε ήρθε η νύχτα ;
Πρέπει να ανοίξω πάλι το τζάμι.
Τις ενοχές μου περιμένω να σβήσει πάλι εκείνο το θαμπό φως των αστεριών.


Θάνατος δεν υπάρχει

Πολλές φορές προσπαθούσα να αφουγκρασθώ πως ψιθυρίζει η σιωπή στης νύχτας το βαθυπράσινο φύλλωμα.
Είναι γιατί, ό,τι άγγιξα σ΄αυτή την ζωή, έθαλλε πάντα μέσα στο όνειρο,
εκεί που τρυφερεύει η ύπαρξη.
Άλλες φορές πάλι, οι σκέψεις ταξίδευαν,
πλοία ολόφωτα μες στων ματιών σου τις σμαραγδένιες θάλασσες.
Ήταν κι εκείνο το σώμα το απάτριδο, που καρτερούσε να βρει το νησί του.

Θυμάμαι, που σου άρεσε να βλέπεις τα χρώματα του δειλινού πάνω στα σύννεφα,
κι έλεγες πως θάνατος για την ψυχή δεν υπάρχει.
Η ευτυχία τότε, αν και εφήμερη,
είχε ένα άρωμα εξαίσιο, βαλσαμικό,
σαν της δροσιάς τα διαμάντια πάνω στων γιασεμιών τα πέταλα.
Τώρα μόνο η σιωπή βηματίζει στο άδειο σπίτι.
Εσύ έχεις φύγει καιρό και το σώμα δεν έχει πατρίδα.
Απ΄το πιάνο ακούγεται μία μακρινή μουσική.

Να περιμένεις.
Θα σου χαρίσω του παραδείσου ένα αστέρι για να φωτίζει της μοναξιάς σου το ασέληνο βράδυ.
Θα αγαπηθούμε για πάντα.
Ίσως μπορέσεις και δεις στον ουρανό της αλήθειας την φωτερή στιγμή.
Σαν θα΄ρθει η αυγή θα μ΄αγκαλιάσεις με δύο διάφανα χέρια
και θα μου λες, πως ο θάνατος δεν υπαρχει για την ψυχή.