Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Αποδημία

Νύχτα με έκλειψη οδύνης.
Στη δίνη του ατελεύτητου τα σύννεφά μου εξαϋλωμένα στον ορίζοντά σου.
Με αγγίζει ο χρόνος και γίνομαι θάλασσα,
περιμένω το φως να γλιστρήσει απαλά στις πτυχές μου.
Γύρω μας βλέμματα νησιά,
φλέβα που σπαρταρά της επιθυμίας η ματαιότητα.
Μέσα στη μοναξιά των φυλλωμάτων θροϊζουν προσευχές
και ανθίζει η εγκαρτέρηση.
Τη θέση της στην εκφορά δίνει η σιωπή
πλεγμένη με την ανάσα.
Ειλικρινής πάντως η πρόθεση.
Ονειρευτήκαμε, αγαπήσαμε,
Τουλάχιστον ζήσαμε έναν ουρανό,
η ταπεινή μας αντίσταση απέναντι στην αποδημία της αθωότητας.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Αγρυπνία

Απόγευμα.
Τριγύρω ξέπνοα φύλλα να αναστέλλουν τη θλίψη.
Είμαι μία ρίζα ασθενική,
που ψάχνει να βρει φως για να βλαστήσει.
Ένα πουλί πετά μες στο δωμάτιο,
σκορπά, γύρη χρυσή, ο χρόνος.
Από αλήθεια ανυψώνονται τα πράγματα,
από αγάπη ανασταίνονται σε ιδέες.
Μέσα σε λάμψεις γκριζοπράσινες πεθαίνει ήσυχα
το σκοτάδι της σιωπής μου.

Αποχωρώ.
Η νύχτα απλώνει στο μυαλό τις μυστικές πηγές της.
Το ημίφως παίρνει τις σωστές διαστάσεις του,
σχεδιάζει θάλασσες, νησιά στις άκρες των δαχτύλων.
Η αγρυπνία, σημαίνον της πληρότητας.
Η ώρα είναι τρεις,
γράφω
και τα κεριά μου δεν είναι πια σβησμένα.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Η θάλασσα της νήψης

Πού είναι ένα σύννεφο να δώσει χρώμα απόψε στην ερήμωση ;
Κυλά το φως σε καταρράκτη ανάμεσα στα φύλλα της οδύνης.
Κουράστηκα, αλλά η ψυχή στο τέλος έβρισκε ανάπαυση,
γλάρος που αέναα φτερουγίζει πάνω από τη θάλασσα της νήψης.
Γι΄αυτό και ό, τι μου έλειψε, το χάρισα διπλό.
Αντιστάθηκα.
Σε αυτό το ταξίδι δεν κράτησα παρά μόνο δύο ανταύγειες πορφυρές,
τα δειλινά να μου θυμίζουν την τραγική ιλαρότητα της ύπαρξης.


Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Γαλάζιος άνεμος

Μιλούσε μέσα μας ένας γαλάζιος άνεμος τις νύχτες
και η ζωή μας, δάσος φωτισμένο κάτω από τα αστέρια.
Με το φτερό του κύκνου αναχωρούν της ευτυχίας οι στιγμές.
Ποθούμε σφιχτά να τις κρατήσουμε,
όπως αγκαλιάζει το νερό τα βότσαλα.
Μα είναι το πεπρωμένο, που χαράζει ανεξίτηλα τα ίχνη του
στου χρόνου μας τις όχθες.
Παρ΄όλα αυτά, δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε
εκείνη την ασίγαστη επιθυμία για φυγή,
τη δίψα την ακόρεστη να μεταλάβει η ψυχή
στου ουρανού τους καταρράκτες.
Μην σταματάς λοιπόν να ελπίζεις.
Είναι οι λέξεις μας μία μυστική ανάγκη για στοργή,
σφυγμός που αδημονεί στο άπειρο να ακουσθεί,
και τα όνειρά μας πάντα εδώ,
λάμψεις γαλαζοπράσινες που τρέμουν στο βάθος του ορίζοντα.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Φεγγάρι που σπιθίζει

Θα έρθεις σήμερα με μία θάλασσα κρυστάλλινη στα μάτια
κι ένα πουλί στο στήθος.
Ήλιος ζεστός οι λέξεις σου στο σώμα.
Πλάι στους φόβους μου ρόδο λευκό,
θυσία μικρή στην ομορφιά που φεύγει.
Περνά αδυσώπητα ο καιρός,
τον ουρανό όμως που γνώρισες, δεν θα τον λησμονήσεις.
Γι΄αυτό άλλωστε έζησες,
για να θυμάσαι πως είναι να αγαπάς τον άνθρωπο
στην πιο αγνή, στην πιο ιερή στιγμή του.

Κι όπως θα βυθιζόμαστε αργά μέσα στον χρόνο,
θα μένω να παρατηρώ το φως,
καθώς λούζει με ανταύγειες όλο το πρόσωπό σου.
Ίσως έτσι καταλάβω το τίμημα
για το πέρασμά μου το μοναχικό μέσα στην καταιγίδα.
Πού να βρει θρόνο η χαρά,
όταν η μοναξιά πέφτει συχνά χιόνι πυκνό στους ώμους ;

Θα έρθεις λοιπόν με μία αγκαλιά
και τα σμαράγδια του ουρανού στα χείλη.
Ο θάνατος, μίλια μακριά
και η ζωή,
φως ταπεινό,
φεγγάρι που σπιθίζει ανάμεσα στις λεύκες.

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Φλοίσβοι

Μες στη σιωπή ένα φως.
Δεν ακούγεται τίποτα άλλο,
μόνο το διάφανο φτερούγισμα του χρόνου.
Ήρθε πάλι η στιγμή που πρέπει να σκάψεις βαθιά μέσα σου
να βρεις εκείνο το κρυμμένο κοίτασμα από ήλιο.
Οι μέρες σου προβάλλουν, νησιά φωτεινά μες στην αιωνιότητα.
Πάντα αγαπούσες τις ώρες,
που αλλάζει χρώματα η θάλασσα κάτω από τα σύννεφα.
Και όταν κανείς δεν καταλάβαινε,
εσύ αναζητούσες να ψηλαφήσεις
τις φλέβες της πέτρας ανάμεσα στα ρόδα.
Παραμυθία στη λύπη το θυμίαμα της μνήμης.

Τώρα το φως σπαρταρά.
της νύχτας το μετάξι αγκαλιάζει τους ώμους ,
ακούς το κύμα που αποσύρεται αργά πάνω από τα βότσαλα.
Κι έχεις καταλάβει πως ήρθε ξανά εκείνη η στιγμή.
Τώρα που δεν έχουμε φτερά, αντέχουμε,
αντέχουμε να προχωρά η ζωή με φλοίσβους.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Το απρόσμενο

Σιωπή.
Νερά από σάπφειρο σκιρτούν,
η αθωότητα να φτερουγίζει μες στα μάτια.
Κι εσύ να βλέπεις το απέραντο σε όλη του την έκταση,
τόσο βαθύ, τόσο γαλάζιο.
Δεν ξέρεις πώς να αντικρίσεις το απρόσμενο.
Άλλες φορές να προσπαθείς να αντέξεις τον εαυτό σου
εκείνες τις ώρες τις σκληρές από γρανίτη.
Κι άλλοτε να περιμένεις τις μέρες, που σου υφαίνουνε τα σύννεφα.
Κύκλος η ζωή. Κι εμείς να αναρωτιόμαστε
πόσες φορές θα αλλάξει χρώματα μέσα μας η θάλασσα.
Τώρα που άπλωσε τις ρίζες της η μοναξιά
και τα αισθήματα έγιναν τρόπαια φωτεινά πάνω στα κλαδιά της,
θαρρώ το λένε εξαγνισμό αυτό το νούφαρο,
που πλέει τα βράδια στη λίμνη της οδύνης.
Κι αν δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί,
μάθαμε να βλέπουμε γαλήνια τα χρόνια να κυλούν,
όπως καθρεφτιζονται το πρωί τα πουλιά στο πέταγμά τους.

Έτσι μένει σ'έναν κόσμο από γκρίζο φως
να αναζητά στις φυλλωσιές μία ελπίδα η ψυχή,
και περιμένουμε το απρόσμενο,
τώρα που έγινε η αγάπη χαραυγή στο στήθος.