Θα έρθεις σήμερα με μία θάλασσα κρυστάλλινη στα μάτια
κι ένα πουλί στο στήθος.
Ήλιος ζεστός οι λέξεις σου στο σώμα.
Πλάι στους φόβους μου ρόδο λευκό,
θυσία μικρή στην ομορφιά που φεύγει.
Περνά αδυσώπητα ο καιρός,
τον ουρανό όμως που γνώρισες, δεν θα τον λησμονήσεις.
Γι΄αυτό άλλωστε έζησες,
για να θυμάσαι πως είναι να αγαπάς τον άνθρωπο
στην πιο αγνή, στην πιο ιερή στιγμή του.
Κι όπως θα βυθιζόμαστε αργά μέσα στον χρόνο,
θα μένω να παρατηρώ το φως,
καθώς λούζει με ανταύγειες όλο το πρόσωπό σου.
Ίσως έτσι καταλάβω το τίμημα
για το πέρασμά μου το μοναχικό μέσα στην καταιγίδα.
Πού να βρει θρόνο η χαρά,
όταν η μοναξιά πέφτει συχνά χιόνι πυκνό στους ώμους ;
Θα έρθεις λοιπόν με μία αγκαλιά
και τα σμαράγδια του ουρανού στα χείλη.
Ο θάνατος, μίλια μακριά
και η ζωή,
φως ταπεινό,
φεγγάρι που σπιθίζει ανάμεσα στις λεύκες.
Μες στη σιωπή ένα φως.
Δεν ακούγεται τίποτα άλλο,
μόνο το διάφανο φτερούγισμα του χρόνου.
Ήρθε πάλι η στιγμή που πρέπει να σκάψεις βαθιά μέσα σου
να βρεις εκείνο το κρυμμένο κοίτασμα από ήλιο.
Οι μέρες σου προβάλλουν, νησιά φωτεινά μες στην αιωνιότητα.
Πάντα αγαπούσες τις ώρες,
που αλλάζει χρώματα η θάλασσα κάτω από τα σύννεφα.
Και όταν κανείς δεν καταλάβαινε,
εσύ αναζητούσες να ψηλαφήσεις
τις φλέβες της πέτρας ανάμεσα στα ρόδα.
Παραμυθία στη λύπη το θυμίαμα της μνήμης.
Τώρα το φως σπαρταρά.
της νύχτας το μετάξι αγκαλιάζει τους ώμους ,
ακούς το κύμα που αποσύρεται αργά πάνω από τα βότσαλα.
Κι έχεις καταλάβει πως ήρθε ξανά εκείνη η στιγμή.
Τώρα που δεν έχουμε φτερά, αντέχουμε,
αντέχουμε να προχωρά η ζωή με φλοίσβους.
Σιωπή.
Νερά από σάπφειρο σκιρτούν,
η αθωότητα να φτερουγίζει μες στα μάτια.
Κι εσύ να βλέπεις το απέραντο σε όλη του την έκταση,
τόσο βαθύ, τόσο γαλάζιο.
Δεν ξέρεις πώς να αντικρίσεις το απρόσμενο.
Άλλες φορές να προσπαθείς να αντέξεις τον εαυτό σου
εκείνες τις ώρες τις σκληρές από γρανίτη.
Κι άλλοτε να περιμένεις τις μέρες, που σου υφαίνουνε τα σύννεφα.
Κύκλος η ζωή. Κι εμείς να αναρωτιόμαστε
πόσες φορές θα αλλάξει χρώματα μέσα μας η θάλασσα.
Τώρα που άπλωσε τις ρίζες της η μοναξιά
και τα αισθήματα έγιναν τρόπαια φωτεινά πάνω στα κλαδιά της,
θαρρώ το λένε εξαγνισμό αυτό το νούφαρο,
που πλέει τα βράδια στη λίμνη της οδύνης.
Κι αν δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί,
μάθαμε να βλέπουμε γαλήνια τα χρόνια να κυλούν,
όπως καθρεφτιζονται το πρωί τα πουλιά στο πέταγμά τους.
Έτσι μένει σ'έναν κόσμο από γκρίζο φως
να αναζητά στις φυλλωσιές μία ελπίδα η ψυχή,
και περιμένουμε το απρόσμενο,
τώρα που έγινε η αγάπη χαραυγή στο στήθος.
Είναι η ψυχή σου σήμερα φορτωμένη από ουρανό και θάλασσα.
Προσπαθείς για άλλη μία φορά να αντικρίσεις σιωπηλά το ωραίο και το απόλυτο,
όπως τα φλογισμένα σύννεφα της δύσης.
Απέναντι η ζωή σου.
Οι μνήμες αναδύονται αργά μέσα από τη βραδινή πάχνη,
έχουν μία γλυκιά ευωδιά από δάση νοτισμένα.
Ακόμα και της θλίψης οι στιγμές λειαίνονται σαν βότσαλα
κάτω απ΄του φεγγαριού το ώριμο ασήμι.
Μόνη σου έγνοια να δωρίζεσαι, όπως το φως στη νύχτα.
Και είναι αυτή η προσφορά μία θεϊκή ανταύγεια κροσσωτή
πάνω στο ταπεινό φθαρτό ένδυμά σου.
Κλείνεις τα μάτια και αφουγκράζεσαι της νύχτας τις ανάσες.
Η λύπη έχει διαλυθεί στη μεταξένια ομίχλη του μυαλού.
Σιωπάς, αισθάνεσαι.
Όλη η ζωή σε μία στιγμή.
Το μόνο που θυμάσαι,
μία αφρισμένη θάλασσα στεφανωμένη από άστρα .
Μαρία, η αθωότητα και η ομορφιά, κύμα στο πρόσωπό σου.
Γύρω από τα ρόδα σου σιωπή,
στη μέση η ελπίδα, Παντάνασσα της πέτρας.
Γλυκαίνεις την αυγή με φτερουγίσματα,
δεν βρίσκει η θλίψη, όταν μιλάς,
νύχτα να καταφύγει .
Μαρία, να μην ξεχνάς πως, πάνω στης λήθης τον λαιμό
χτυπά κρυφά φλέβα η ζωή,
κι είναι κι εκείνο το γαλάζιό σου το φως,
τον θάνατο ξορκίζει.
Μαρία με τα ουράνια, τα σμαραγδιά
στα μάτια σου η θάλασσα .
Μπρος στο χαμόγελό σου εγώ, μικρό παιδί
και γύρω του λευκά πουλιά να πεταρίζουν.
Όλο περίμενες την πρώτη αχτίδα του ήλιου να διαπεράσει την ψυχή.
Ίσως γι'αυτό να ζούσες σ'έναν κόσμο πλασμένο από βλέμματα.
Δεν έχεις μάθει να αντέχεις την απουσία.
Τα πρόσωπα που πέρασαν από τη ζωή σου,
όμοια με φωταγωγημένα πλοία,
αναχωρούνε σιωπηλά μέσα στη νύχτα.
Κι έρχεται να απλωθεί ο στεναγμός,
διάφανο κύμα στη φωνή σου.
Παρούσα η μοναξιά.
Δεν κάνει λάθη όμως η μνήμη.
Θυμάσαι τα αγγίγματα,
χνάρια που αφήνουν πάνω στην άμμο οι γλάροι .
Κι όταν ακούς τους θρόους της αυγής,
αλλάζουν τα νοήματα.
Κρυφομιλούν οι σκέψεις γλυκύτερα απ' τον άνεμο.
Μνήμη ακριβή, κεχριμπάρι απαλό,
μία προσευχή τυλιγμένη στου νου τα κλαδιά,
πώς με μαθαίνεις .
Πώς με μαθαίνεις κάθε φορά που λάμπει ο ήλιος πάνω από τη θάλασσα,
να μην δακρύζουνε τα μάτια.
Έλυα
Φωτογραφία Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος
Απόψε μοιάζει η ζωή μου με ασήμι τυλιγμένο στης νύχτας το κατάρτι.
Ένα βελούδο απλώνεται η φωνή σου,
πάνω της θέλω να επιπλεύσω.
Ποτάμι έγινες μέσα μου,
που μου χαϊδεύει την ψυχή.
Στη διαφάνειά του καθρεφτίζονται τα άστρα της σιωπής μου.
Θα περιμένω όσο χρειαστεί,
να σε αγγίξω μες στο φως και μες στα χρώματα,
στον άνεμο να φανερωθούν τα άχραντα που κατέχεις.
Κι όταν θα αναδυθείς από της μνήμης τα περάσματα τα άφωτα,
ήλιοι θα ανθίζουν,
και το νερό, κρύσταλλα χρυσά πάνω στο σώμα.
Μόνο αυτό, να σου δωρίσω μια στιγμή.
Για σένα τα μαλλιά μου, φύλλα στη βροχή που ταξιδεύουν.
Είναι όμως η αιωνιότητα πάντοτε απρόσιτη, λευκή.
Και μένουν οι ανάσες μας έτσι αγγιγμένες απ'το φως,
χρυσές κλωστές πάνω από τη θάλασσα,
τον κόσμο τον εφήμερο να ομορφαίνουν.