Όλο περίμενες την πρώτη αχτίδα του ήλιου να διαπεράσει την ψυχή.
Ίσως γι'αυτό να ζούσες σ'έναν κόσμο πλασμένο από βλέμματα.
Δεν έχεις μάθει να αντέχεις την απουσία.
Τα πρόσωπα που πέρασαν από τη ζωή σου,
όμοια με φωταγωγημένα πλοία,
αναχωρούνε σιωπηλά μέσα στη νύχτα.
Κι έρχεται να απλωθεί ο στεναγμός,
διάφανο κύμα στη φωνή σου.
Παρούσα η μοναξιά.
Δεν κάνει λάθη όμως η μνήμη.
Θυμάσαι τα αγγίγματα,
χνάρια που αφήνουν πάνω στην άμμο οι γλάροι .
Κι όταν ακούς τους θρόους της αυγής,
αλλάζουν τα νοήματα.
Κρυφομιλούν οι σκέψεις γλυκύτερα απ' τον άνεμο.
Μνήμη ακριβή, κεχριμπάρι απαλό,
μία προσευχή τυλιγμένη στου νου τα κλαδιά,
πώς με μαθαίνεις .
Πώς με μαθαίνεις κάθε φορά που λάμπει ο ήλιος πάνω από τη θάλασσα,
να μην δακρύζουνε τα μάτια.
Έλυα
Φωτογραφία Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος
Απόψε μοιάζει η ζωή μου με ασήμι τυλιγμένο στης νύχτας το κατάρτι.
Ένα βελούδο απλώνεται η φωνή σου,
πάνω της θέλω να επιπλεύσω.
Ποτάμι έγινες μέσα μου,
που μου χαϊδεύει την ψυχή.
Στη διαφάνειά του καθρεφτίζονται τα άστρα της σιωπής μου.
Θα περιμένω όσο χρειαστεί,
να σε αγγίξω μες στο φως και μες στα χρώματα,
στον άνεμο να φανερωθούν τα άχραντα που κατέχεις.
Κι όταν θα αναδυθείς από της μνήμης τα περάσματα τα άφωτα,
ήλιοι θα ανθίζουν,
και το νερό, κρύσταλλα χρυσά πάνω στο σώμα.
Μόνο αυτό, να σου δωρίσω μια στιγμή.
Για σένα τα μαλλιά μου, φύλλα στη βροχή που ταξιδεύουν.
Είναι όμως η αιωνιότητα πάντοτε απρόσιτη, λευκή.
Και μένουν οι ανάσες μας έτσι αγγιγμένες απ'το φως,
χρυσές κλωστές πάνω από τη θάλασσα,
τον κόσμο τον εφήμερο να ομορφαίνουν.
Εκεί που τρέχουν τα σύννεφα να δώσουν σχήματα στην ομορφιά,
ο χρόνος φανερώνεται στο γαληνό καθρέφτισμα του ορίζοντα.
Όνειρα κρυφά, επιθυμίες μυστικές,ρόδα ολόφωτα,
που πλέετε ατάραχα για να ορίσετε της ύπαρξης το άφατο.
Από της σιωπής μου τα πετρώματα
αναβλύζει του Προφήτη Ηλία το νερό.
Μέρα γιορτής, που τόσο γρήγορα κυλάς
ανάμεσα στης βιοτής το διάφανο και το γαλάζιο.
Στίχοι μονώτατοι, που σας αισθάνθηκα
σαν του ουρανού την αγκαλιά,
παραμυθία της ψυχής το πέταγμα
για της αιωνιότητας το ανέγγιχτο.
Όταν περάσουν οι χειμώνες
και χρυσίσει κάποτε η αυγή,
κάτι θα μείνει .
Στίχοι μονώτατοι,
πεύκα που κυματίζετε στον ήλιο αθόρυβα,
πόσα σμαράγδια σήμερα σταλάξατε
μες στου μυαλού τη θάλασσα.
Ιούνιος.
Ένα φως λευκό πάνω στους λόφους.
Τριγύρω μία γαλάζια αχλύ και οι ανάσες από τις ίριδες.
Μία ευωδιά στον αέρα από χώμα νοτισμένο.
Κι εσύ να ελπίζεις,
να περιμένεις πως κάποτε θα σταματήσει να καρπίζει η απώλεια.
Στον δρόμο της ζωής σου ένας ήχος από καμπάνες μακρινές.
Η πορεία σου πάντα μοναχική κάτω από τα φωτισμένα τόξα των πεύκων.
Δεν γίνεται όμως να αρνηθείς τον εαυτό σου.
Γιατί είναι η ψυχή σου πλασμένη από όνειρα, φτερωμένα, απαλά.
Και υπάρχει πάντα ένας αθώος ουρανός λευκός, που περιμένει.
Βαδίζεις δίχως να μιλάς.
Γύρω απ΄τα δέντρα υφαίνονται αθόρυβα οι εποχές.
Μες στη σιωπή μία μουσική,
τίποτε άλλο,
μία πορεία φωτεινή, μοναχική,
εσύ και το άρπισμα του χρόνου.
Δύο φύλλα γυαλίζουν κάτω απ΄το φεγγάρι.
Ο μαλακός ήχος του νερού
κι ένα κουπί, θαρρείς σπασμένο,
σαν μια λευκή τρεμάμενη φτερούγα.
Σε μία λάμψη στιγμιαία ανακαλύπτεις τον εαυτό σου.
Είσαι όλη σιωπή.
Παρόλο που αφήνεις διαρκώς τα πράγματα μέσα σου να μιλήσουν.
Κι αυτοί οι κορμοί απ΄τις λεύκες που έβλεπες τις νύχτες,
αγάλματα ασημένια κάτω από τα αστέρια,
μία πρόσκληση για το άφθαρτο διαρκώς αναβλημένη.
Γνωρίζεις το φως.
Μα παραπαίεις σα νυχτοπεταλούδα ανάμεσα στους ίσκιους.
Ό,τι έχει μείνει, η ψυχή σου,
πίδακας φωτεινός που αλλάζει χρώματα
από το ελεητικό γαλάζιο ως το ρόδινο.
Η αναπνοή σου εύθραυστη και κραταιή σαν προσευχή,
γέφυρα απλωμένη πάνω απ΄τη θάλασσα της απορίας.
Κι ό,τι έχει μείνει, αγάπη.
Μόνο αγάπη.
Δεν έχεις τίποτα άλλο πιο μεγάλο,
πιο σπουδαίο να αντιτάξεις
απέναντι στη μαβιά αναχώρηση του ήλιου.

Μία ησυχία γαληνή.
Οι λεύκες θροΐζουν στιγμιαία
χαϊδεύοντας τις παρυφές του απείρου.
Τα πάντα γύρω θαμπώνουν,
παραδίδονται σε μία γλυκιά αοριστία.
Τα δέντρα γίνονται φως,
το φως γίνεται θάλασσα
κι η θάλασσα παίρνει κάτι απ΄τη μορφή σου.
Την ώρα που στο μενεξεδί νερό καθρεφτίζονται διάσπαρτα τα αστέρια,
την ώρα που αισθάνομαι ως την ψυχή τη ζέστη της αφής σου,
κι ένα φεγγάρι βαθύ και σιωπηλό έρχεται να σε παρηγορήσει,
σαν άφεση για την προηγούμενη ζωή σου,
περνά τη γέφυρα ο χρόνος.
Και δεν γνωρίζεις πια τι θα πει μοναξιά,
παρά μόνο εισπνέεις ένα ατελεύτητο παρόν.
Αφήνεσαι έτσι απλά να τυλιχθείς
σε κείνη την αιθέρια γάζα του ονείρου.
Ίσως γι΄αυτό να περιμένεις όσο χρειασθεί
ν΄ακούσεις ένα θρόισμα, ένα φλοίσβο,
ίσως γι΄αυτό το ωραίο να μοιάζει με το φως το αχνόθωρο
ενός φάρου μακρινού.
Και δεν υπάρχει πια γιατί,
μόνο ένα άνθος λωτού πάνω στου κόσμου τη ρωγμή.
Στου μυαλού το θολερό τοπίο,
κάθε φορά που το αιώνιο θ΄αγγίζει την στιγμή,
θα υπάρχει κάπου ένα φεγγάρι ασημόλευκο, βαθύ,
που ξέρει πάντα την ψυχή μου να αλαφρώνει.
Τα πάθη τα σεπτά ανατέλλει
του ξοδεμένου Απρίλη η χρυσωμένη μέρα.
Κύριε, δεν υπέμεινα την αδικία,
το ράπισμα δεν άντεξα,
πέρασα μέσα από την ερημία του χρόνου,
το τάλαντό Σου έκρυψα.
Ένας δρόμος ροδόσπαρτος,
ευρύς σαν θάλασσα,
δεν με άφηνε να δω του πόνου τα αγκάθια.
Μόνη παραμυθία στη σιωπή τα όνειρά μου,
που σπίθιζαν τις νύχτες απαλά,
εξομολογητικά σαν άστρα.
Κύριε, όσο και αν περιπλανήθηκα
στου λογισμού μου τον βαθύσκιωτο ελαιώνα,
τα χείλη μου δεν άγγιξαν τον σπόγγο με το όξος.
Μόνη μου σκάλα για τον ουρανό,
ένα ρυάκι φωτεινό,
γύρω απ΄τα πόδια Σου σαν ήλιοι
τα αναστημένα ξέπλεκα μαλλιά μου.