Εκεί που τρέχουν τα σύννεφα να δώσουν σχήματα στην ομορφιά,
ο χρόνος φανερώνεται στο γαληνό καθρέφτισμα του ορίζοντα.
Όνειρα κρυφά, επιθυμίες μυστικές,ρόδα ολόφωτα,
που πλέετε ατάραχα για να ορίσετε της ύπαρξης το άφατο.
Από της σιωπής μου τα πετρώματα
αναβλύζει του Προφήτη Ηλία το νερό.
Μέρα γιορτής, που τόσο γρήγορα κυλάς
ανάμεσα στης βιοτής το διάφανο και το γαλάζιο.
Στίχοι μονώτατοι, που σας αισθάνθηκα
σαν του ουρανού την αγκαλιά,
παραμυθία της ψυχής το πέταγμα
για της αιωνιότητας το ανέγγιχτο.
Όταν περάσουν οι χειμώνες
και χρυσίσει κάποτε η αυγή,
κάτι θα μείνει .
Στίχοι μονώτατοι,
πεύκα που κυματίζετε στον ήλιο αθόρυβα,
πόσα σμαράγδια σήμερα σταλάξατε
μες στου μυαλού τη θάλασσα.
Ιούνιος.
Ένα φως λευκό πάνω στους λόφους.
Τριγύρω μία γαλάζια αχλύ και οι ανάσες από τις ίριδες.
Μία ευωδιά στον αέρα από χώμα νοτισμένο.
Κι εσύ να ελπίζεις,
να περιμένεις πως κάποτε θα σταματήσει να καρπίζει η απώλεια.
Στον δρόμο της ζωής σου ένας ήχος από καμπάνες μακρινές.
Η πορεία σου πάντα μοναχική κάτω από τα φωτισμένα τόξα των πεύκων.
Δεν γίνεται όμως να αρνηθείς τον εαυτό σου.
Γιατί είναι η ψυχή σου πλασμένη από όνειρα, φτερωμένα, απαλά.
Και υπάρχει πάντα ένας αθώος ουρανός λευκός, που περιμένει.
Βαδίζεις δίχως να μιλάς.
Γύρω απ΄τα δέντρα υφαίνονται αθόρυβα οι εποχές.
Μες στη σιωπή μία μουσική,
τίποτε άλλο,
μία πορεία φωτεινή, μοναχική,
εσύ και το άρπισμα του χρόνου.
Δύο φύλλα γυαλίζουν κάτω απ΄το φεγγάρι.
Ο μαλακός ήχος του νερού
κι ένα κουπί, θαρρείς σπασμένο,
σαν μια λευκή τρεμάμενη φτερούγα.
Σε μία λάμψη στιγμιαία ανακαλύπτεις τον εαυτό σου.
Είσαι όλη σιωπή.
Παρόλο που αφήνεις διαρκώς τα πράγματα μέσα σου να μιλήσουν.
Κι αυτοί οι κορμοί απ΄τις λεύκες που έβλεπες τις νύχτες,
αγάλματα ασημένια κάτω από τα αστέρια,
μία πρόσκληση για το άφθαρτο διαρκώς αναβλημένη.
Γνωρίζεις το φως.
Μα παραπαίεις σα νυχτοπεταλούδα ανάμεσα στους ίσκιους.
Ό,τι έχει μείνει, η ψυχή σου,
πίδακας φωτεινός που αλλάζει χρώματα
από το ελεητικό γαλάζιο ως το ρόδινο.
Η αναπνοή σου εύθραυστη και κραταιή σαν προσευχή,
γέφυρα απλωμένη πάνω απ΄τη θάλασσα της απορίας.
Κι ό,τι έχει μείνει, αγάπη.
Μόνο αγάπη.
Δεν έχεις τίποτα άλλο πιο μεγάλο,
πιο σπουδαίο να αντιτάξεις
απέναντι στη μαβιά αναχώρηση του ήλιου.

Μία ησυχία γαληνή.
Οι λεύκες θροΐζουν στιγμιαία
χαϊδεύοντας τις παρυφές του απείρου.
Τα πάντα γύρω θαμπώνουν,
παραδίδονται σε μία γλυκιά αοριστία.
Τα δέντρα γίνονται φως,
το φως γίνεται θάλασσα
κι η θάλασσα παίρνει κάτι απ΄τη μορφή σου.
Την ώρα που στο μενεξεδί νερό καθρεφτίζονται διάσπαρτα τα αστέρια,
την ώρα που αισθάνομαι ως την ψυχή τη ζέστη της αφής σου,
κι ένα φεγγάρι βαθύ και σιωπηλό έρχεται να σε παρηγορήσει,
σαν άφεση για την προηγούμενη ζωή σου,
περνά τη γέφυρα ο χρόνος.
Και δεν γνωρίζεις πια τι θα πει μοναξιά,
παρά μόνο εισπνέεις ένα ατελεύτητο παρόν.
Αφήνεσαι έτσι απλά να τυλιχθείς
σε κείνη την αιθέρια γάζα του ονείρου.
Ίσως γι΄αυτό να περιμένεις όσο χρειασθεί
ν΄ακούσεις ένα θρόισμα, ένα φλοίσβο,
ίσως γι΄αυτό το ωραίο να μοιάζει με το φως το αχνόθωρο
ενός φάρου μακρινού.
Και δεν υπάρχει πια γιατί,
μόνο ένα άνθος λωτού πάνω στου κόσμου τη ρωγμή.
Στου μυαλού το θολερό τοπίο,
κάθε φορά που το αιώνιο θ΄αγγίζει την στιγμή,
θα υπάρχει κάπου ένα φεγγάρι ασημόλευκο, βαθύ,
που ξέρει πάντα την ψυχή μου να αλαφρώνει.
Τα πάθη τα σεπτά ανατέλλει
του ξοδεμένου Απρίλη η χρυσωμένη μέρα.
Κύριε, δεν υπέμεινα την αδικία,
το ράπισμα δεν άντεξα,
πέρασα μέσα από την ερημία του χρόνου,
το τάλαντό Σου έκρυψα.
Ένας δρόμος ροδόσπαρτος,
ευρύς σαν θάλασσα,
δεν με άφηνε να δω του πόνου τα αγκάθια.
Μόνη παραμυθία στη σιωπή τα όνειρά μου,
που σπίθιζαν τις νύχτες απαλά,
εξομολογητικά σαν άστρα.
Κύριε, όσο και αν περιπλανήθηκα
στου λογισμού μου τον βαθύσκιωτο ελαιώνα,
τα χείλη μου δεν άγγιξαν τον σπόγγο με το όξος.
Μόνη μου σκάλα για τον ουρανό,
ένα ρυάκι φωτεινό,
γύρω απ΄τα πόδια Σου σαν ήλιοι
τα αναστημένα ξέπλεκα μαλλιά μου.
Οι πηγές των ματιών σου έχουν κάτι απ΄τη δροσιά του πρωινού.
Γύρω τους περιφέρομαι σαν φως γαλαζωπό,
που αδημονεί να απαλύνει τη σκιά του.
Κι εκείνα τα χάδια σου τα φωτεινά,
φάροι εαρινοί τα χνάρια τους γύρω απ΄την ύπαρξή μου.
Στάσου να δεις,
στην άκρη της ζωής ροδίζει πάντα ο χρόνος,
όπως το λιόγερμα ο ουρανός.
Και τα βράδια παντού νερά διάφανα, τοπία σιωπηλά.
Καθώς τα πράγματα περνούν κάτω απ΄τη σελήνη αυγασμένα,
τα άστρα υφαίνουν το μετάξι τους,
ύστατη εξιλέωση στο θαύμα της αγάπης.
Μόνος μας πόθος ένας θόλος φεγγερός τη χαραυγή.
Το ξέρουμε, ροδίζει ο ουρανός
κάθε φορά που ρίχνει τα πληγωμένα ανθόφυλλα η ψυχή.
Αγάπησέ με,
όσο κι αν είμαι πλασμένη από χώμα,
υπάρχει μέσα μου κρυμμένη μία πνοή.
Βοήθησέ με να αγαπήσω, να αναληφθώ,
δεν έχω ανάγκη πια το σώμα.
Όλα εκεί, στην ώρα τους.
Ο πορφυρός δίσκος του ήλιου, που ορίζει με ενάργεια
τη θέση σου στο χώμα.
Μες στην εσπερινή υγρασία τα πράγματα να θαμπώνουν,
μία ασάφεια δακρυσμένης δροσιάς,
να αισθάνεσαι πως είσαι και δεν είσαι.
Kι όταν κοιτάς τα σύννεφα,
φευγαλέα σαν τη ζωή σου,
να νιώθεις πως η μοναξιά έχει απόψε μία ανταύγεια χρυσορόδινη
για να είναι πιο υποφερτή,
για να σου αφιερώσει ακόμη μία φορά την άυλη ομορφιά της .
Πιο πέρα κάποια φώτα αφηρημένα, απόμακρα ανάβουν
για να σου μάθουν πως, κάθε φορά που θες να βυθιστείς στο όνειρο,
πρέπει και πάλι να σιωπήσεις.
Ένα κλαδί ελιάς που κόβει στα δύο τον ουρανό,
λες για ν΄αφουγκρασθεί ο Θεός το θρόισμα απ΄τις πολύφυλλες ψυχές μας.
Όλα εκεί, στην ώρα τους.
Οι στίχοι σου αφημένοι στο χαρτί,
το εύθραυστο φως του δειλινού πάνω στους ώμους, στα μαλλιά,
ο αέρας που αργοσαλεύει στο σύθαμπο.
Και μία αίσθηση αδιόρατη, σχεδόν μεταφυσική,
πως μέσα απ΄τη γραφή σου πράγματι υπήρξες .