Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Αναλαμπές

Ψηλά στον ουρανό, εκεί που σμίγουν τα δέντρα με τα σύννεφα,
φώτα βαθύχρωμα, μοναχικά που τρεμοσβήνουν.
Οι αργυρές ανάσες του νερού κάτω απ΄το φεγγαρόφωτο.
Κι εσύ πνοή, που αναπάλλεται στη σιγαλιά της νύχτας .

Θα περιμένω πότε θα γίνεις αχτίδα, να αγγίξω το φως.
Γιατί, κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπη
με της θνητότητας το ωχρό φθινόπωρο ,
θυμάμαι τα μάτια σου,
λευκές φτερούγες αθωότητας, που κάτω απ΄τον ήλιο λαμπυρίζουν.
Το πρόσωπό σου γλυκιά παραμυθία,
να καθρεφτίζει το οπάλι του ουρανού.

Κι όταν βαδίζω μες στο σκοτάδι, δεν θα φοβάμαι.
Θα μου φωτίζει το διάπυρο ρόδο σου.
Ξέρει ο Θεός πότε δίνει τη χάρη Του και ιριδίζουν οι ψυχές μας.
Οι φόβοι, κύματα ορμητικά,
που σπάνε απόψε στου μόλου την άκρη.
Τι κι αν τ΄άστρα βυθίζονται μέσα στο νερό,
θα περιμένω πότε θα γίνεις αχτίδα, θα γίνεις πνοή.
Γιατί μες στην αγάπη φέγγουν ακόμη οι αθάνατες αναλαμπές μας.

Το βότσαλο

Το σβήσιμο της μέρας.
Παντού μία μεταξένια θύμιση.
Kάτι από μενεξεδί, κάτι από ρόδινο.
Στο απόδειπνό τους τ΄άστρα, πέταλα του ουρανού,
που ριγούν καθώς βυθίζεται ο χρόνος.
Η απουσία σου νοτίζει το χαρτί.
Να γιατί πάντα ήθελα να αγγίζει τον βράχο μου απαλά η θάλασσά σου,
στης νύχτας τον σπασμό να με τυλίγει το διάφανό σου κύμα.

Τώρα όμως που μ΄εγκατέλειψε το φως σου,
δεν ξέρω σε ποιάς λέξης τη σκιά να χαθώ για να ειρηνεύσω.
Μόνη μου έγνοια, τη δική σου την αφή τη φωτεινή
να αισθανθώ στο ζοφερό χαρτί.

Πάλι βραδιάζει.
Κάπου μακριά ραγίζει ο γυάλινός μας χρόνος.
Και μένει μία θάλασσα στα χείλη, στο μυαλό.
Στον ουρανό άστρο που τρεμοφέγγει η μορφή σου.
Κι όλη η ζωή μου αυτό το ποίημα,
βότσαλο άσπρο και στιλπνό,
που ανέσυρε η μνήμη απόψε απ΄τον δικό σου το βυθό.

Ήλεκτρο

Το κεχριμπάρι σου απλωμένο στον ουρανό.
Ο αέρας από τα ανοιχτά με το άρωμα της φτέρης.
Οι επιθυμίες σήμερα, βάρκες που περνούν σιωπηλά
κυνηγώντας τους ίσκιους στο νερό.
Πόσο δύσκολο είναι αλήθεια να παραμείνουμε άτρωτοι ;
Tα χέρια μας κλαδιά ιτιάς στην όχθη του εφήμερου.
Γιατί είναι οι ζωές μας ποτάμια που ξεχύνονται αέναα στου κόσμου τη θάλασσα.

Aπόψε όμως που γράφω,
νομίζω πως πλέουμε σε μία διάρκεια γαλάζια, αυτόφωτη.
Της αγωνίας η ομίχλη έχει πια διαλυθεί
και του Θεού η πνοή έχει διώξει μακριά το θαμπό και το γκρίζο.
Κι όπως αρχίζει να βραδιάζει,
η επιθυμία σου λαμπυρίζει στο μισόφωτο σαν ήλεκτρο.
Είναι που έχεις απλώσει τα κλαδιά σου μες στη φθαρτή μου γραφή.
Πάνω από δύο ποτάμια χρυσά φέγγει η ζωή
κι ανθίζει σαν άστρο τη νύχτα το ανείπωτο.

Εκείνο το βλέμμα

Εκείνο το βλέμμα που μοιράστηκες.
Στραμμένο εκεί που ανοίγει ο γκρίζος ουρανός
και πέφτουν σταγόνες από φως, καθώς πετούνε τα πουλιά.
Κι όταν ακούς μες στην απόλυτη ησυχία μίας μουσικής τις νότες,
σαν δύο βότσαλα που πέφτουν στα νερά και σχηματίζουν κύκλους,
κύκλους που απλώνονται κι έπειτα αργοσβήνουν,
τότε καταλαβαίνεις.
Τότε μαθαίνεις πως κι η θλίψη έχει τα γαλάζια χρώματά της
και πως μία προσευχή αρκεί για να διασχίσεις τις έρημες και κρυσταλλένιες νύχτες.

Εξάλλου, όσο κι αν αγκιστρώνεσαι στο σώμα,
τη δυνατή και τρυφερή σου ρίζα,
η ψυχή πάντα θα βρίσκει τόπο να επιστρέφει.

Γι΄αυτό μείνε μαζί μου ως το τέλος.
Το όμορφο και το αληθινό είναι βαθιά κρυμμένα.
Έλα να μοιραστούμε αυτό το βλέμμα.
Κοίτα τον ουρανό,
πως φτερουγίζει πλάι μας ο χρόνος ...

Λουλούδι ραγισμένο

Mνήμη.
Ένα φως αχνορόδινο.
Κι εκείνο το φλογισμένο δειλινό,

που μ΄αγκάλιαζες σφιχτά με την σιωπή σου.
Απ΄τη δροσιά κυλούσαν δάκρυα στα δέντρα,
κι εγώ να πλάθω σε σχήματα τη μοναξιά 

προσπαθώντας να διώξω μακριά τη θλίψη.
Ο θάνατος ένα γυάλινο λουλούδι,
τα δάχτυλά μου τώρα που σφίγγουν το μολύβι κι αγγίζουν το χαρτί,
σκορπούν μακριά τη γύρη του.

Το ξέρω,
μπορεί να είναι δύσκολο να πορεύεσαι με μία άγρυπνη ψυχή,
ο πόνος είναι πιο βαθύς
και τα αισθήματα, φύλλα ωχρά, που σκορπά η βροχή στους δρόμους.
Η αγάπη σου όμως απόψε μοιάζει ευλογία στην ουράνια διαφάνεια της νύχτας.
Μπορείς να λάμψεις το γαλάζιο σου,
να γίνεις ανάσα, να γίνεις μουσική,
να ξεχυθείς σαν άνεμος εσπερινός μες στα μαλλιά μου.


Μόνο να μη ξεχάσεις να μ΄αγκαλιάσεις σφιχτά με κείνη την σιωπή.
Κι όσο κι αν η ζωή μου μοιάζει κάποτε με δάσος δακρυσμένο,
πάντα πλάι στους στίχους μου θα μένει μία πνοή,
                         κι ο θάνατος λουλούδι ραγισμένο.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Θλίψη

Η θλίψη άναψε πάλι το άστρο της στον ουρανό.
Μία ησυχία υγρή και απαλή,
μόνο ο ήχος της βροχής,
δάκρυα αργυρά πάνω στα φύλλα.
Θα ήθελα να μην ματώνω,
να βαδίζω χωρίς φόβο μες στην κατάφωτη νύχτα σου.
Το πρόσωπό σου ένα θολό φεγγάρι,
μία λεπίδα από φως, που με σημαδεύει.
Και όλες μου οι αισθήσεις παραδομένες στην διάφανη μουσική σου.
Αντανακλάς ολόκληρος το απέραντο.
Μία οπτασία είσαι, ένα κύμα μυστικό,
κι εγώ να προσδοκώ το θαύμα σου στην αναδίπλωσή του.

Παλεύω πάλι τώρα που βραδιάζει,
ίσως τρέμω,
είναι κι αυτή η βροχή,
ένας αδιόρατος σπαραγμός, καθώς το σώμα απ΄την ψυχή χωρίζει.
Κι αν γράφω ποιήματα, είναι γιατί μέσα μου εκείνο το μικρό παιδί,
ακόμα και στην πιο βαθιά χαρά του,
δεν παύει να αγαπά και να δακρύζει.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Oι ψίθυροι σου οι γαλάζιοι

Απόψε οι ψίθυροί σου οι γαλάζιοι ήρθαν να με ταξιδέψουν.
Κι είναι ο παλμός μου γλάρος, που φτερουγίζει τρυφερά γύρω απ΄την αναπνοή σου.
Καθώς στις φλέβες μου κυλά αδιάκοπα το φως σου,
ανασκιρτώ ολόκληρη στο ανάκρουσμα της μουσικής σου.
Η αγάπη σου ένα πλοίο, που διασχίζει αργά και αθόρυβα τον χρόνο,
τα δάχτυλά μου να ψηλαφούν μες στο σκοτάδι την φεγγοβολή σου.
Έτσι επιπλέουν τις νύχτες οι ψυχές αγγελικά ανάμεσα σε χρώματα και φώτα.

Μίλησέ μου, να αισθανθώ πως με θωπεύει η σιωπή σου.
Κι όταν η θάλασσά σου απλώνεται μπροστά μου,
θα παραμένω πλάι το γαληνό σου ακρωτήρι.
Γιατί κάθε φορά που ποθώ να εγκαταλείψω εκείνο το φθαρμένο σώμα,
οι ψίθυροί σου οι γαλάζιοι μ΄αγκαλιάζουν απαλά,
ταξίδι δίχως τελειωμό στου ουρανού το δώμα.