Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Γράμματα

Σβήνει η μέρα.
Στον ουρανό ένας κινναβαρένιος ήλιος που πεθαίνει.
Η νύχτα γεννιέται απόψε στη λάμψη του αποσπερίτη.
Οι μνήμες υγρές, σαν τα κίτρινα δειλινά που άνθισαν απ΄την δροσιά στον κήπο.

Ένα βιβλίο ξεχασμένο στο παγκάκι.
Το ανοίγω και νιώθω στα κιτρινισμένα φύλλα τις άκρες των δαχτύλων σου.
Διαβάζω.
"Φως "
Ανάμεσα στο φι και στο ωμέγα λάμπει το χρώμα των ματιών σου.
Κάπου εκεί ανάμεσα στις λέξεις πλέκει τρίκλωνο στεφάνι η ποίηση, η σιωπή και η αγάπη.

Από μακριά ακούγεται το κουδούνι ενός ποδηλάτου.
Ο ταχυδρόμος, που σου΄φερνε της ζωής τα ρόδινα γράμματα, ακόμη περνά από εδώ.
Έλα να τον υποδεχθείς με εκείνο το βιολετί χαμόγελο, που σκορπούσε κάθε βράδυ στον ουρανό τα άστρα.

Άναψε τη λάμπα του ευλογημένου Σεπτέμβρη μας
να γεμίσουν η κάμαρα κι ο νους φτερουγίσματα αγγέλων.
Η ζωή είναι εδώ.
Σου στέλνει γράμματα ακόμη.
Μη φεύγεις , μείνε μαζί μου στο όνειρο.
Ποτέ δεν είναι αργά για να γεράσεις.

Εκείνες τις μέρες

Εκείνες τις μέρες, που στο βλέμμα έχω ένα καθαρό ουρανό
και στην καρδιά αισθήματα νοτισμένα από αρμύρα,
εκείνες τις μέρες, που η μοναξιά με καλημερίζει
τριαντάφυλλο στην πρωϊνή δροσιά ανοιχτό,
και η αγάπη σε ένα ψηλό παραθύρι περιμένει,
εκείνες τις μέρες ο κόσμος δεν με καταλαβαίνει .
Με ρωτούν πως έφτασα ως εδώ,
ποιό μονοπάτι ακολούθησα,της τρέλας ή της λογικής
και αυτό το ποίημα που σου χάρισα τι σημαίνει.

Είναι γιατί δεν έχουν έρθει στις νύχτες μου,
εκείνες τις ξεχωριστές, τις ευλογημένες
που ταξιδεύει η ψυχή μικρό πουλί
και μία ατλαζένια θάλασσα μου δίνει μαζί φως και πνοή .
Εκείνες τις μέρες,
που είναι σε σένα και στην ομορφιά του κόσμου αφιερωμένες.

Στην άκρη του κόσμου

Έλα να ταξιδέψουμε μαζί στην άκρη του κόσμου.
Εκεί θα μας περιμένει μία σιντεφένια θάλασσα
να μας διδάξει την πάμφωτη ομορφιά.
Βυθισμένη στο όνειρο η συνείδησή μας θα ξυπνά αργά και τρυφερά,
όπως τότε που τα παιδικά μας μάτια έβλεπαν πρώτη φορά
πως εξακτινώνεται το φως σε γλαυκά κρύσταλλα κάτω απ΄τα διάφανα νερά.
Παραδομένοι σε μία υδάτινη αγκαλιά
με ένα χαμόγελο ζεστό, προπτωτικό
θα τολμήσουμε την πρώτη μας ανάδυση.
Το χέρι μου αργυρή αχτίδα μες στο πέλαγο,
η μορφή σου άσπρο φτερούγισμα στον χρυσοφόρο ήλιο.
Κοχύλια και βότσαλα θα μαζεύουμε,
τη μέρα να στολίσουμε με στίχους.

Και όταν θα ξαποστάσουμε εκεί,
στην άκρη του κόσμου,
στο ακροθαλάσσι,
μην φοβηθείς,
ο θάνατος κι η μοναξιά θα έχουν προσπεράσει .

Πληγές

Παρακάλεσα να φυσήξει μία αύρα εσπερινή,
να πετάξει η ψυχή άσπρο περιστέρι,
λυτρωμένη απ΄το βάρος των λυγμών.

Το σώμα τώρα πια έγινε διάφανο κι αιθέριο,
και η μοναξιά, καρφί σε γαλάζιο τοίχο,
να διαχέει χρώματα, να σκορπά ιριδισμούς,
να ταξιδεύει το μυαλό.

Νιώθω κάτι παράξενο.
Αίμα σταλάζει
του δειλινού ο ολοπόρφυρος ουρανός.

Δεν με πειράζει.
Θα αναβρύσουν πάλι οι πληγές μου
ποίηση μαζί και φως.


Περαστικοί

Ψηλά σ΄ένα βαθύφωτο ουρανό,
εκεί που ένα βυσσινί σύννεφο όριζε τη μοίρα μας
τα περιστέρια ταξίδευαν να φέρουν πίσω την λησμονημένη μας ζωή .
Εσύ έβρεχες τα γυμνόποδα στην όχθη της σιωπής
κι η μοναξιά όλο και πλάταινε.
Μια μοναξιά ουράνια, τρυφερή, γαλαζωπή,
σαν την ανταύγεια ενός κεριού μέσα σε σκοτεινό ξωκκλήσι.

Η φαντασία μας έπλαθε αφηρημένα σχήματα,
ανθρώπινες φιγούρες να μας κρατάνε συντροφιά .
Γιατί μέσα στο όνειρο σμίξαμε με εκείνους που πραγματικά αγάπησαν,
που πέθαναν για ένα ιδανικό με μία απορία στο βλέμμα.

Άνθρωποι δίχως ονόματα, απλοί, περαστικοί,
που καρτερούσαν πάντα ένα βυσσινί σύννεφο.
Εκεί, όπως κι εμείς,
μάθαιναν  να αγαπούν, να τραγουδούν,
σαν περιστέρια να πετούν,
με μία μοναξιά για συντροφιά να ξεγελούν τη μοίρα .

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Aνάμεσα στις λέξεις

Θα παραμείνω και σήμερα στην γλυκιά μόνωσή μου.
Όπως κάθε βράδυ, θα αγρυπνώ περιπλανώμενη στων λέξεων το σύσκιο δάσος.
Θα αγαπήσω τα δένδρα.
Στα κλαδιά τους φωλιάζουν τα άστρα.
Κι εκεί κάπου ανάμεσα, η λήθη με πάλλευκη εσθήτα
Θα υφαίνει της αγάπης γλυκόπνοο τραγούδι.
Εκεί,ανάμεσα στις λέξεις,
που δένει ολόχρυσος ο καρπός και του δένδρου ο χυμός γίνεται του έρωτα μέλι,
η σιωπή μου, ροδιά πολύκαρπη,
θα απεκδυθεί την αλουργίδα της να πορφυρώσει τον κόσμο.

Και κάθε που η μορφή σου θα βασιλεύει σαν ήλιος στου ουρανού τα βάθη,
η ψυχή μου θα ανθίζει ψηλά ολόγιομο φεγγάρι.
Θα σου φωτίζει εκεί που πας,
τα βήματά σου θα χαιδεύει απαλά, μην κουρασθείς,στο νοτισμένο χώμα.

Οι λέξεις θα΄ναι φεγγερές,καμπάνες θα΄ναι γιορτινές.
Κάθε φορά που αγρυπνώ σ΄ ένα δάσος ζοφερό
να έχουν κάτι απ΄των αστεριών το ασημόλευκο χρώμα.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Oι πέτρες

Οι πέτρες

Παιδί σαν ήμουν, είχα ένα όνειρο μικρό,
με της γης τις πέτρες να χτίσω μία εκκλησία στου ουρανού τον θόλο.
Τα χρόνια πέρασαν κι έμεινα απλά να τις κοιτάζω στοιβαγμένες ένα σωρό
στο λατομείο της θλίψης.

Ώσπου μία ημέρα βρήκε το λίκνο του εκεί ανάμεσα ένα κυκλάμινο λευκό,
παραμυθία στου κόσμου μου τα πλάτη.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω πια με τα άστρα να κρυφομιλώ,
μα οι πέτρες μου φλέβισαν του ουρανού το γαλανό.

Τώρα στο ποίημα μου έχω πάντα ένα κρυμμένο θησαυρό
ζαφείρια κι ένα ανθισμένο μονοπάτι.